Μετάφραση του "shocking" σε Ελληνικά
Οι συγκλονιστικός, αισχρός, ανήκουστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shocking" σε Ελληνικά.
shocking
noun
adjective
verb
γραμματική
(colloquial) Extremely bad [..]
-
συγκλονιστικός
adjectiveCompared to that, you're just not that shocking, man.
Σε σύγκριση με αυτό, δεν είσαι και τόσο συγκλονιστικός, δικέ μου.
-
αισχρός
adjective masculine -
ανήκουστος
Adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απίστευτος
- που προκαλεί κατάπληξη
- σκανδαλώδης
- σοκαριστικός
- συνταρακτικός
- τρομακτικός
- φοβερός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " shocking " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "shocking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σύνδρομο τοξικής καταπληξίας
-
δόνηση · εκπλήσσω · ηλεκτροπληξία · θημωνιά · καταπλήσσω · καταπληξία · κλονισμός · κρίση · κραδασμός · κρούση · νευρικός κλονισμός · ξάφνιασμα · παραξενεύω · πλήγμα · προκαλώ κατάπληξη · προσβάλλω · σάστισμα · σοκ · σοκάρω · τίναγμα · ταράσσω
-
θερμικό σόκ
-
Σοκ και Δέος
-
αποσβολωμένος · εμβρόντητος · σοκαρισμένος · συγκλονισμένος
-
Καταπληξία
-
αμορτισέρ · απορροφητής δονήσεων, αντικραδασμικό
-
Ηλεκτροπληξία · ηλεκτροπληξία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη