Μετάφραση του "Smart" σε Ελληνικά

Οι Έξυπνος, ευφυής, έξυπνος, ξύπνιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Smart" σε Ελληνικά.

Smart proper

A surname.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Έξυπνος, ευφυής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Smart " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

smart adjective verb noun γραμματική

(intransitive) To hurt or sting. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έξυπνος

    adjective masculine

    Now, the shooter was smart enough to wipe the gun clean.

    Τώρα, ο δράστης ήταν αρκετά έξυπνος να σκουπίσει το όπλο.

  • ξύπνιος

    adjective masculine

    If you were smart, we could put you back on the street again.

    Αν ήσουν ξύπνιος, θα μπορούσαμε να σε αφήσουμε ξανά στους δρόμους.

  • κομψός

    adjective

    It looks very smart and fit for purpose.

    Φαίνεται πολύ κομψή, και κατάλληλη για τον σκοπό της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πονώ
    • τσούζω
    • ζωηρός
    • οξύς
    • πόνος
    • ευφυής
    • πονηρός
    • verb - sharp, stinging pain
    • αυθάδης
    • δραστήριος
    • θρασύς
    • ικανός
    • καλοντυμένος
    • καπάτσος
    • υποφέρω
    • σικ
    • επιδέξιος
    • αιμορραγώ
    • ψαγμένος
    • πονάω
    • διαβρώνω
    • δριμύς
    • βασανίζω, -ομαι
    • καλός, καλύτερος
SMART abbreviation

Specific, Measurable, Attainable, Realistic, Tangible, a mnemonic for goal-setting

+ Προσθήκη

"SMART" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το SMART στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Smart" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Έξυπνες επικοινωνίες στα ITS
  • Έιμι Σμαρτ
  • εξυπνάκιας · ετοιμόλογος · πονηρός
  • ακόμα με τσούζει κτ · ακόμα να συνέλθω από · πονάω ακόμα από
  • Μονάδα ανάγνωσης έξυπνης κάρτας · αναγνώστης έξυπνης κάρτας
  • εξυπνάδα
  • έξυπνη διάταξη που φοριέται
  • μαγκιά, καπατσοσύνη · πονηριά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Smart" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη