Μετάφραση του "smallpox" σε Ελληνικά

Οι ευλογιά, δαμαλίδα, Ευλογιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smallpox" σε Ελληνικά.

smallpox noun γραμματική

(pathology) An acute, highly infectious often fatal disease caused by a virus of the family Poxviridae . It was completely eradicated in the 1970s. Those who survived were left with pockmarks. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευλογιά

    noun feminine

    disease

    They think they're getting antidepressants, but he's really shooting them up with smallpox.

    Νομίζουν ότι παίρνουν αντικαταθλιπτικά, αλλά στην πραγματικότητα τους εμβολιάζει με ευλογιά.

  • δαμαλίδα

    noun

    Εμβόλιο

  • Ευλογιά

    human disease

    When smallpox came, it wasn't just babies who died.

    Όταν ξέσπασε Ευλογιά, δεν πέθαναν μόνο μωρά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " smallpox " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "smallpox" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη