Μετάφραση του "Socialist" σε Ελληνικά

Οι σοσιαλιστής, σοσιαλιστής, σοσιαλιστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Socialist" σε Ελληνικά.

Socialist adjective noun γραμματική

Of, belonging to, or constituting a party or political group that advocates socialism. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σοσιαλιστής

    noun masculine

    Someone told me you have to watch Reinfeldt, because he is the next best thing to a Socialist.

    Κάποιος μου είπε πως πρέπει να παρακολουθήσω τον Reinfeldt, γιατί είναι σχεδόν σοσιαλιστής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Socialist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

socialist adjective noun γραμματική

Of, promoting, practicing, or characteristic of socialism. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σοσιαλιστής

    noun masculine

    one who practices or advocates socialism [..]

    Only a socialist from Yorkshire could accept that two plus two is five.

    Μόνο ένας σοσιαλιστής από το Yorkshire θα μπορούσε να δεχτεί ότι δύο συν δύο κάνουν πέντε.

  • σοσιαλιστικός

    adjective masculine

    of, promoting, practicing, or characteristic of socialism

    Oysters, definitely, and it would be a socialist paradise, of course.

    Στρείδια, σίγουρα, και θα υπήρχε και σοσιαλιστικός παράδεισος, φυσικά.

  • κοινωνιστής

    masculine

    one who practices or advocates socialism

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σοσιαλίστρια
    • αριστερός

Φράσεις παρόμοιες με "Socialist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Socialist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη