Μετάφραση του "socialisation" σε Ελληνικά
Το κοινωνικοποίηση είναι η μετάφραση του "socialisation" σε Ελληνικά.
socialisation
noun
Alternative spelling of socialization. [..]
-
κοινωνικοποίηση
noun feminineMass sport of any kind also promotes the personal development and socialisation of participants.
Ο μαζικός αθλητισμός κάθε είδους προάγει, επίσης, την προσωπική ανάπτυξη και την κοινωνικοποίηση των συμμετεχόντων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " socialisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "socialisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοινωνικοποιούμαι · κοινωνικοποιώ · προσαρμόζω κοινωνικά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη