Μετάφραση του "Subscriber" σε Ελληνικά
Οι Συνδρομητής, συνδρομητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Subscriber" σε Ελληνικά.
Subscriber
In replication, a database instance that receives replicated data.
-
Συνδρομητής
A subscriber shall not make duplicate reservations for the same passenger.
Ο συνδρομητής δεν κάνει διπλές κρατήσεις για τον ίδιο επιβάτη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Subscriber " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
subscriber
noun
γραμματική
a person who subscribes to a publication or a service [..]
-
συνδρομητής
noun masculineIn Notification Services, the person or process to which notifications are delivered.
A subscriber shall not make duplicate reservations for the same passenger.
Ο συνδρομητής δεν κάνει διπλές κρατήσεις για τον ίδιο επιβάτη.
Φράσεις παρόμοιες με "Subscriber" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
SIM
-
Ψηφιακή συνδρομητική σηματοδοσία
-
Διεθνής / Ατομική ταυτότητα κινητού συνδρομητή
-
Κύκλωμα διεπαφής συνδρομητικής / κού γραμμής / βρόχου
-
Τερματικό συνδρομητικής γραμμής
-
Διεπαφή συνδρομητικού δικτύου
-
Διεπαφή συνδρομητικού δικτύου
-
Διεθνής συνδρομητική επιλογή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη