Μετάφραση του "Temporary" σε Ελληνικά

Οι Προσωρινός, παροδικός, προσωρινός, παροδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Temporary" σε Ελληνικά.

Temporary
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προσωρινός, παροδικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Temporary " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

temporary adjective noun γραμματική

For a limited time, ephemeral, not constant; transient [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσωρινός

    adjective masculine

    The temporary restriction on their rights is an anomaly that should be removed as soon as possible.

    Ο προσωρινός περιορισμός των δικαιωμάτων τους είναι μια ανωμαλία η οποία πρέπει να εξαλειφθεί ταχέως.

  • παροδικός

    The mystery woman is still suffering from complete but temporary amnesia.

    Η μυστηριώδης κυρία πάσχει ακόμη από παροδική αμνησία.

  • πρόσκαιρος

    Adjective

    Meeting deadlines appears just as important in order to avoid temporary disruptions of the internal market.

    Η τήρηση των προθεσμιών είναι εξίσου σημαντική για να αποφεύγεται ο πρόσκαιρος κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς.

Εικόνες με "Temporary"

Φράσεις παρόμοιες με "Temporary" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Temporary" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη