Μετάφραση του "Throughput" σε Ελληνικά
Οι Ικανότητα διεκπεραίωσης, δυναμικότητα, αποτελεσματικότητα, διαμεταγωγή, παραγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Throughput" σε Ελληνικά.
Throughput
-
Ικανότητα διεκπεραίωσης, δυναμικότητα, αποτελεσματικότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Throughput " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
throughput
noun
γραμματική
(operations) The rate of production; the rate at which something can be processed. [..]
-
διαμεταγωγή
rate of data transmission
Reduce the error-correction levels for higher throughput.
Θα μειωθούν τα λάθη και θα βελτιωθεί η διαμεταγωγή.
-
παραγωγή
noun feminine(b) the interests of businesses with a low throughput;
β) τα συμφέροντα των επιχειρήσεων με χαμηλή παραγωγή·
-
παραγωγικότητα
noun feminine
Φράσεις παρόμοιες με "Throughput" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ονομαστική διεκπεραιωτική ικανότητα
-
κατηγορία διεκπεραιωτικής ικανότητας
-
επίδοση διεκπεραιωτικής ικανότητας
-
Πολύ υψηλή ικανότητα διεκπεραίωσης
-
Πολύ υψηλή ικανότητα διεκπεραίωσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη