Μετάφραση του "throw" σε Ελληνικά

Οι ρίχνω, πετώ, ρίψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "throw" σε Ελληνικά.

throw verb noun γραμματική

(transitive) To cause an object to move rapidly through the air. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρίχνω

    verb

    to cause an object to move rapidly through the air [..]

    Andy, you take your life in your hands if you throw in your lot with these two.

    Andy, θα πάρετε τη ζωή σας στα χέρια σας αν ρίξει σε πολλά σας με αυτά τα δύο.

  • πετώ

    verb

    ρίχνω κάτι στον αέρα

    All he did was throw his hat and make us pass briefcases.

    Απλά πετούσε το καπέλο του και μας έβαζε να περνάμε βαλίτσες.

  • ρίψη

    noun feminine

    flight of a thrown object

    If I'm disappointed in anyone, it's him, for throwing you under the bus.

    Αν είμαι απογοητευμένος σε κανέναν, είναι αυτός, για τη ρίψη σας κάτω από το λεωφορείο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βολή
    • δίνω
    • ρίξιμο
    • ριχτάρι
    • απορρίπτω
    • ξεπουλάω το παιχνίδι
    • χάνω σκόπιμα αγώνα
    • εκτοξεύω
    • ρίπτω
    • μπερδεύω
    • αποβάλλω
    • ανάβω
    • εκσφεδονίζω
    • εξακοντίζω
    • προκαλώ σύγχυση
    • προκαλώ σύχγυση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " throw " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "throw"

Φράσεις παρόμοιες με "throw" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "throw" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη