Μετάφραση του "Truncation" σε Ελληνικά

Οι Περικοπή, σμίκρυνση, αποκοπή, περικοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Truncation" σε Ελληνικά.

Truncation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Περικοπή, σμίκρυνση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Truncation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

truncation noun γραμματική

The act of truncating or shortening (in all senses) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκοπή

    Noun feminine

    removal of the least significant digits from a decimal number [..]

  • περικοπή

    Noun feminine

    act of truncating

    NIMAGES is the number of images per job, rounded down (truncated) to the nearest integer,

    NIMAGES είναι ο αριθμός των εικόνων ανά εργασία, στρογγυλοποιημένος προς τα κάτω (περικοπή) στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό,

  • κολόβωση

    feminine

    replacement of a solid angle by a plane

Φράσεις παρόμοιες με "Truncation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Truncation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη