Μετάφραση του "VERIFY" σε Ελληνικά
Οι επαληθεύω, επιβεβαιώνω, ελέγχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "VERIFY" σε Ελληνικά.
(transitive) To substantiate or prove the truth of something [..]
-
επαληθεύω
verbto confirm or test the truth or accuracy of something
No, I'm just verifying details of one we already printed in my newspaper.
Όχι, επαληθεύω ένα ρεπορτάζ που δημοσιεύσαμε.
-
επιβεβαιώνω
verbWe know someone who can verify everything that this guy just said.
Γνωρίζουμε κάποιον που μπορεί να επιβεβαιώσει όσα είπε αυτός ο τύπος.
-
ελέγχω
verbThe contracting authority shall verify those constituent elements by consulting the tenderer, taking account of the evidence supplied.
H αναθέτουσα αρχή ελέγχει, σε συνεννόηση με τον προσφέροντα, τη σύνθεση της προσφοράς βάσει των παρασχεθέντων δικαιολογητικών.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξακριβώνω
- το να αποδεικνύεις οτι κάτι είναι αληθές
- επαλήθευση
- επαληθεύομαι
- αναμένω
- περιμένω
- διαπιστώνω
- διασταυρούμενος
- εξακριβώνω, επαληθεύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " VERIFY " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "VERIFY"
Φράσεις παρόμοιες με "VERIFY" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επαληθεύω
-
βεβαιώνω το γνήσιο τής υπογραφής κάποιου
-
ελεγκτής · επαληθευτής
-
Υπογεγραμμένο - επικυρωμένο
-
καθορίζω, εξακριβώνω, αποφασίζω
-
Επαλήθευση εφαρμογών
-
επαληθεύσιμος
-
εξακριβωμένα