Μετάφραση του "Veil" σε Ελληνικά
Οι πέπλο, πέπλος, καλύπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Veil" σε Ελληνικά.
Something hung up, or spread out, to intercept the view, and hide an object; a cover; a curtain; esp., a screen, usually of gauze, crape, or similar diaphanous material, to hide or protect the face. [..]
-
πέπλο
neutersomething to hide an object
A curtain in the temple, called the veil, was torn in two.
Μια κουρτίνα στον ναό, αποκαλούμενη πέπλο, σχίστηκε στα δύο.
-
πέπλος
masculinecovering for a person or thing [..]
You have broken down the veils of flesh and all the cushions that protect the nerves.
Έχεις διαλύσει τα πέπλα της σάρκας και όλα τα προστατευτικά των νεύρων.
-
καλύπτω
verbJingzhong, look at how you veil your accusations.
Τζινγκτζόνγκ, κοίτα πως καλύπτεις τις κατηγορίες σου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βέλο
- κάλυμμα (μτφ)
- πέπλο (μτφ)
- σκεπάζω
- συγκαλύπτω
- παραπέτασμα
- καταπέτασμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Veil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Veil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καλυμμένος (μτφ) · κουκουλωμένος · πεπλοφορώ · σκεπασμένος με πέπλο · συγκαλυμμένος · υπολανθάνων, -ουσα, -ον
-
ύπερος
-
καλύπτρα προσώπου · φερετζές
-
αμυδρά συγκαλυμμένος · υφέρπων, -ουσα, -ον
-
βέλο
-
γίνομαι μοναχή