Μετάφραση του "Vocabulary" σε Ελληνικά
Οι Λεξιλόγιο, λεξιλόγιο, λεξικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Vocabulary" σε Ελληνικά.
-
Λεξιλόγιο
The vocabulary of a language is unlimited.
Το λεξιλόγιο μιας γλώσσας είναι απεριόριστο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Vocabulary " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A usually alphabetized and explained collection of words e.g. of a particular field, or prepared for a specific purpose, often for learning. [..]
-
λεξιλόγιο
noun neuterlist of words [..]
The vocabulary of a language is unlimited.
Το λεξιλόγιο μιας γλώσσας είναι απεριόριστο.
-
λεξικό
noun neuterI don't think the word " simply " is even in their vocabulary.
Δεν νομίζω ότι η λέξη απλά υπάρχει στο λεξικό τους.
-
γλωσσάριο
A standard vocabulary should be used for the notices to skippers in order to enable easy or automatic translation into other languages.
Για τις ανακοινώσεις προς τους πλοιάρχους πρέπει να χρησιμοποιείται τυποποιημένο γλωσσάριο, έτσι ώστε να επιτρέπεται η εύκολη ή αυτόματη μετάφραση προς άλλες γλώσσες.
Φράσεις παρόμοιες με "Vocabulary" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διεθνές ηλεκτροτεχνικό λεξιλόγιο
-
Διεθνές ηλεκτροτεχνικό λεξιλόγιο
-
λεξιλόγιο όρων
-
λεξιλογικό λήμμα