Μετάφραση του "Winding" σε Ελληνικά

Οι Τύλιγμα, περιέλιξη, περιέλιξη, ελικοειδής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Winding" σε Ελληνικά.

Winding
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τύλιγμα, περιέλιξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Winding " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

winding adjective noun verb γραμματική

Present participle of wind. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιέλιξη

    Any coating activity of metallic conductors used for winding the coils in transformers and motors, etc.

    Κάθε διαδικασία επίστρωσης μεταλλικών αγωγών που χρησιμοποιούνται για την περιέλιξη πηνίων σε μετασχηματιστές και κινητήρες κ.λπ.

  • ελικοειδής

    To the masons, the winding staircase was considered a theological ladder.

    Για τους μασόνους, η ελικοειδής σκάλα θεωρείτο θεολογική κλίμακα.

  • κούρδισμα

    noun

    My lady, you house and wage one man whose sole occupation is the winding of your clocks!

    Κυρία μου, δίνετε στέγη και μισθό σε εργάτη που η μοναδική του ασχολία είναι το κούρδισμα των ρολογιων σας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στριφτός
    • ζιγκζαγκωτός
    • κούρντισμα
    • οφιοειδής
    • στριφογυριστός
    • φιδωτός
    • στρίψιμο
    • στροφή
    • γεμάτος στροφές

Εικόνες με "Winding"

Φράσεις παρόμοιες με "Winding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Winding" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη