Μετάφραση του "Wrecking" σε Ελληνικά
Οι ισοπέδωση, κατεδάφιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wrecking" σε Ελληνικά.
wrecking
noun
verb
γραμματική
Present participle of wreck. [..]
-
ισοπέδωση
noun -
κατεδάφιση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wrecking " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Wrecking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ψυχικό ράκος
-
Ραλφ: Η Επόμενη Πίστα (2012)
-
εγκαταλελειμμένο όχημα
-
αποτυχία · αφανίζω · βίαιη σύγκρουση · διαλυμένος · διαλύω · ερείπιο · θάνατος · καταβιβάζω · καταδέχομαι · καταστρέφω · κατεβάζω · κατεδαφίζω · μειώνώ · ναυάγιο · ράκος · ρημάζω · σαράβαλο · συντριβή · χαμηλώνω
-
λοστός
-
ψυχικό ράκος
-
σιδηροδρομικό δυστύχημα
-
καταστρέφω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη