Μετάφραση του "abdicate" σε Ελληνικά
Οι παραιτούμαι, αποποιούμαι, εγκαταλείπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abdicate" σε Ελληνικά.
abdicate
verb
γραμματική
(transitive) To surrender, renounce or relinquish, as sovereign power; to withdraw definitely from filling or exercising, as a high office, station, dignity; as, to abdicate the throne, the crown, the papacy. [..]
-
παραιτούμαι
verbrenounce a throne
Even if Charles willingly abdicates, people will still say that he's the rightful king.
Ακόμη και αν ο Κάρολος παραιτηθεί, θα θεωρείται ο δικαιωματικός βασιλιάς.
-
αποποιούμαι
verbsurrender or relinquish
-
εγκαταλείπω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αφήνω
- απαρνούμαι
- παραιτούμαι (από αξίωμα, θρόνο)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abdicate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abdicate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραιτούμαι
-
παραιτούμαι από το θρόνο
-
αποποίηση · παραίτηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη