Μετάφραση του "abdication" σε Ελληνικά

Οι παραίτηση, αποποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abdication" σε Ελληνικά.

abdication noun γραμματική

The act of abdicating; the renunciation of a high office, dignity, or trust, by its holder; commonly the voluntary renunciation of sovereign power; as, abdication of the throne, government, power, authority. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραίτηση

    noun feminine

    Your uncle's affair and abdication almost destroyed the monarchy.

    Ο δεσμός του θείου σου και η παραίτηση του παραλίγο να καταστρέψουν τη μοναρχία.

  • αποποίηση

    noun feminine

    I think firing a mid-level producer appears to be an abdication of responsibility.

    Η απόλυση ενός παραγωγού μεσαίου επιπέδου φαίνεται σαν αποποίηση της ευθύνης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abdication " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "abdication"

Φράσεις παρόμοιες με "abdication" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παραιτούμαι
  • παραιτούμαι από το θρόνο
  • απαρνούμαι · αποποιούμαι · αφήνω · εγκαταλείπω · παραιτούμαι · παραιτούμαι (από αξίωμα, θρόνο)
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abdication" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη