Μετάφραση του "abomination" σε Ελληνικά

Οι αποστροφή, απέχθεια, βδέλυγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abomination" σε Ελληνικά.

abomination noun γραμματική

The feeling of extreme disgust and hatred; abhorrence; detestation; loathing; as, he holds tobacco in abomination. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποστροφή

    noun feminine

    The scriptures view abortion as an abomination in the eyes of the gods.

    Οι γραφές βλέπουν την έκτρωση σαν αποστροφή προς τους θεούς.

  • απέχθεια

    noun feminine

    The downpressor will be punished for his abomination.

    Ο υπεύθυνος θα τιμωρηθεί για την απέχθεια του.

  • βδέλυγμα

    noun neuter

    I think this abomination is the work of someone trying to put astop to it.

    Νομίζω ότι αυτό το βδέλυγμα είναι το έργο κάποιου που προσπαθεί να τον σταματήσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βδελυγμία
    • φι
    • έκτρωμα
    • σίχαμα
    • εξάμβλωμα
    • άγος
    • σιχαμάρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abomination " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abomination

Abomination (comics)

+ Προσθήκη

"Abomination" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Abomination στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "abomination" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ο Σατανικός Δόκτωρ Φάιμπς
  • απεχθάνομαι · αποστρέφομαι · βδελύσσομαι · μισώ · σιχαίνομαι
  • τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως
  • απεχθάνομαι
  • απαίσιος · απεχθής · αποκρουστικός · αποτρόπαιος · βδελυρός · ειδεχθής · εξώλης · μισητός · φρικτός
  • απαίσια
  • απαίσιος · απεχθής · αποκρουστικός · αποτρόπαιος · βδελυρός · ειδεχθής · εξώλης · μισητός · φρικτός
  • απεχθάνομαι · αποστρέφομαι · βδελύσσομαι · μισώ · σιχαίνομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abomination" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη