Μετάφραση του "aboriginal" σε Ελληνικά
Οι ιθαγενής, πρωτόγονος, ιθαγενές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aboriginal" σε Ελληνικά.
Original or indigenous to a place [..]
-
ιθαγενής
adjective masculineanimal or plant native to a region [..]
Well, this aborigine here claims there were five little minks.
Λοιπόν, αυτός ο ιθαγενής από δω ισχυρίζεται πως είχε πέντε γούνες.
-
πρωτόγονος
adjective masculine -
ιθαγενές
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αυτόχθων
- ντόπιος
- αρχέγονος
- αυτόχθονας κάτοικος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aboriginal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Of or pertaining to Aboriginal peoples. [..]
-
Αβορίγινας
noun masculineoriginal inhabitant of Australia
When someone dies, in the Aboriginal culture, you're not supposed to say their name again.
Όταν κάποιος Αβορίγινας πεθαίνει... δεν πρέπει να ξαναπείς το όνομά του.
-
ιθαγενής
noun masculine m;f masculine;feminineoriginal inhabitant of any land [..]
Your secret admirer is an Aboriginal tribesman... who shops at Manny's Flower Hut.
Ο κρυφός σου θαυμαστής είναι ένας ιθαγενής φύλαρχος. Που ψωνίζει στο λουλουδάδικο της Μάνις.
-
αυτόχθων
noun masculine m;f masculine;feminineoriginal inhabitant of any land [..]
He's an Australian Aboriginal elder,
Είναι ένας ηλικιωμένος Αυστραλός Αυτόχθων,
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ιθαγενές
- αυτόχθον
Φράσεις παρόμοιες με "aboriginal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αβοριγίνες · ιθαγενής · ντόπιος
-
Αβορίγινας
-
Αβορίγινες
-
Αβορίγινες Αυστραλιανές παροιμίες