Μετάφραση του "abstemious" σε Ελληνικά
Οι εγκρατής, λιτοδίαιτος, νηφάλιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abstemious" σε Ελληνικά.
abstemious
adjective
γραμματική
(Original Latin sense) Abstaining from wine. [..]
-
εγκρατής
adjective masculine, feminineThere is wisdom in being abstemious at the table.
Είναι φρόνιμο ,το να είναι κανείς εγκρατής στο τραπέζι.
-
λιτοδίαιτος
Young, hard-working, good-Iooking, abstemious.
Νέος, δουλευταράς, κούκλος και λιτοδίαιτος.
-
νηφάλιος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abstemious " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη