Μετάφραση του "accelerating" σε Ελληνικά
Το επιτάχυνση είναι η μετάφραση του "accelerating" σε Ελληνικά.
accelerating
noun
verb
γραμματική
Present participle of accelerate. [..]
-
επιτάχυνση
nounNo account shall be taken of the values read while, after each acceleration, the engine is idling.
Δεν λαμβάνονται υπόψη τιμές που επιτυγχάνονται κατά την περίοδο επιβραδύνσεως του κινητήρα, η οποία ακολουθεί επιτάχυνση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " accelerating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "accelerating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Development Accelerator Core της πλατφόρμας Windows Azure
-
επιταχύνω
-
Επιταχυντής τοπικής αρτηρίας
-
επιταχυντής γραφικών
-
Development Accelerator Core της πλατφόρμας Windows Azure για συνεργάτες
-
τάση επιτάχυνσης
-
επιταχυμένη γήρανση
-
Θύρα επιταχυμένων / προηγμένων γραφικών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη