Μετάφραση του "accelerating" σε Ελληνικά

Το επιτάχυνση είναι η μετάφραση του "accelerating" σε Ελληνικά.

accelerating noun verb γραμματική

Present participle of accelerate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτάχυνση

    noun

    No account shall be taken of the values read while, after each acceleration, the engine is idling.

    Δεν λαμβάνονται υπόψη τιμές που επιτυγχάνονται κατά την περίοδο επιβραδύνσεως του κινητήρα, η οποία ακολουθεί επιτάχυνση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accelerating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "accelerating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accelerating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη