Μετάφραση του "Acceleration" σε Ελληνικά

Οι Επιτάχυνση, επιτάχυνση, Επιτάχυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Acceleration" σε Ελληνικά.

Acceleration
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επιτάχυνση

    Accelerate the implementation of the action plan to implement the National Anti-Corruption Strategy.

    Επιτάχυνση της εφαρμογής του σχεδίου δράσης για την εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής κατά της απάτης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Acceleration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

acceleration noun γραμματική

(uncountable) The act of accelerating, or the state of being accelerated; increase of motion or action; as opposed to retardation or deceleration. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτάχυνση

    noun feminine

    (physics) [..]

    No account shall be taken of the values read while, after each acceleration, the engine is idling.

    Δεν λαμβάνονται υπόψη τιμές που επιτυγχάνονται κατά την περίοδο επιβραδύνσεως του κινητήρα, η οποία ακολουθεί επιτάχυνση.

  • Επιτάχυνση

    rate at which the velocity of a body changes with time, and the direction in which that change is acting

    No account shall be taken of the values read while, after each acceleration, the engine is idling.

    Δεν λαμβάνονται υπόψη τιμές που επιτυγχάνονται κατά την περίοδο επιβραδύνσεως του κινητήρα, η οποία ακολουθεί επιτάχυνση.

Φράσεις παρόμοιες με "Acceleration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Acceleration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη