Μετάφραση του "accelerometer" σε Ελληνικά
Οι επιταχυνσιόμετρο, επιταχυνσίομετρο, επιταχυνσιογράφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accelerometer" σε Ελληνικά.
accelerometer
noun
γραμματική
An instrument for measuring acceleration [..]
-
επιταχυνσιόμετρο
noun neuterinstrument for measuring acceleration [..]
Align the impactor accelerometer with its sensitive axis parallel to the impactor longitudinal centre line.
Το επιταχυνσιόμετρο του κρουστικού εκκρεμούς ευθυγραμμίζεται με το ευαίσθητο άξονά του παράλληλο με το διαμήκη άξονα του εκκρεμούς.
-
επιταχυνσίομετρο
noun -
επιταχυνσιογράφος
noun -
μετρητής επιτάχυνσης, επιταχυνσιόμετρο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " accelerometer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "accelerometer"
Φράσεις παρόμοιες με "accelerometer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Επιταχυνσιόμετρο δονούμενου κρυστάλλου
-
Επιταχυνσιόμετρο δονούμενου κρυστάλλου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη