Μετάφραση του "accommodation" σε Ελληνικά
Οι στέγαση, κατάλυμα, προσαρμογή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accommodation" σε Ελληνικά.
(British) Lodging in a dwelling or similar living quarters afforded to travellers in hotels or on cruise ships, or prisoners, etc. [..]
-
στέγαση
noun feminineThe payment made was for food and accommodation for staff whilst on the research stations.
Η πληρωμή που πραγματοποιήθηκε αφορούσε τη διατροφή και τη στέγαση των υπαλλήλων στους ερευνητικούς σταθμούς.
-
κατάλυμα
noun neuterThey had to find alternative accommodation thus incurring extra expenses.
Χρειάστηκε να βρουν εναλλακτική λύση για κατάλυμα, με αποτέλεσμα την επιβάρυνσή τους με πρόσθετες δαπάνες.
-
προσαρμογή
nounThe accommodations, though sparse, have got an undeniably rustic ambience.
Η προσαρμογή, μέσα στην ανεπάρκεια, γίνετε αναμφισβήτητα μέσα από χωριάτικο περιβάλλον.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συμβιβασμός
- χωριό
- διευθέτηση
- διευκόλυνση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " accommodation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Accommodation (religion)
"Accommodation" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Accommodation στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "accommodation"
Φράσεις παρόμοιες με "accommodation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στέγη
-
στεγάζω · φιλοξενώ
-
Στεγάζω, διευθετώ
-
βολικός · εξυπηρετικός · συγκαταβατικός · συμβιβαστικός
-
αφήνω · βολεύω · διευκολύνω · εγκαταλείπω · εξοικειώνομαι · ικανοποιώ · παρέχω κατάλυμα · παραδίνομαι · περιλαμβάνω · προσαρμόζομαι · στεγάζω · συμβιβάζω · φιλοξενώ · χωράω
-
κρεβατοκάμαρα · υπνοδωμάτιο
-
αφήνω · βολεύω · διευκολύνω · εγκαταλείπω · εξοικειώνομαι · ικανοποιώ · παρέχω κατάλυμα · παραδίνομαι · περιλαμβάνω · προσαρμόζομαι · στεγάζω · συμβιβάζω · φιλοξενώ · χωράω
-
βολικός · εξυπηρετικός · συγκαταβατικός · συμβιβαστικός