Μετάφραση του "accommodate" σε Ελληνικά
Οι διευκολύνω, αφήνω, εγκαταλείπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accommodate" σε Ελληνικά.
accommodate
adjective
verb
γραμματική
(transitive) To render fit, suitable, or correspondent; to adapt; to conform; as, to accommodate ourselves to circumstances. [..]
-
διευκολύνω
We don't have a policy to move around residents to accommodate your personal lives.
Δε συνηθίζουμε να αλλάζουμε ειδικευόμενους για να διευκολύνουμε προσωπικές ζωές.
-
αφήνω
verb -
εγκαταλείπω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φιλοξενώ
- συμβιβάζω
- παραδίνομαι
- στεγάζω
- ικανοποιώ
- περιλαμβάνω
- βολεύω
- εξοικειώνομαι
- προσαρμόζομαι
- χωράω
- παρέχω κατάλυμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " accommodate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Accommodate
-
Στεγάζω, διευθετώ
Φράσεις παρόμοιες με "accommodate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στέγη
-
στεγάζω · φιλοξενώ
-
διευθέτηση · διευκόλυνση · κατάλυμα · προσαρμογή · στέγαση · συμβιβασμός · χωριό
-
βολικός · εξυπηρετικός · συγκαταβατικός · συμβιβαστικός
-
κρεβατοκάμαρα · υπνοδωμάτιο
-
διευθέτηση · διευκόλυνση · κατάλυμα · προσαρμογή · στέγαση · συμβιβασμός · χωριό
-
βολικός · εξυπηρετικός · συγκαταβατικός · συμβιβαστικός
-
βολικός · εξυπηρετικός · συγκαταβατικός · συμβιβαστικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη