Μετάφραση του "accompaniment" σε Ελληνικά

Οι συνοδεία, ακομπανιαμέντο, ακολουθία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accompaniment" σε Ελληνικά.

accompaniment noun γραμματική

That which gives support or adds to the background in music, or adds for ornamentation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνοδεία

    adverb feminine

    ουσιαστικό

    I prefer to practice my scales free from the accompanying lecherous moans.

    Προτιμώ να εξασκηθώ χωρίς τη συνοδεία βογγητών λαγνείας.

  • ακομπανιαμέντο

    noun neuter

    musical parts which provide the rhythmic and/or harmonic support for the melody or main themes of a song or instrumental piece

  • ακολουθία

    noun feminine
  • ακομπανιάρισμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accompaniment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "accompaniment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνοδευτικός · συνοδός, -ή, -ό
  • έρχομαι μαζί · ακολουθώ · ακομπανιάρω · συνοδεύω · συνταξιδεύω · συντροφεύω
  • συνοδεύω κτ με κτ
  • συνοδεύω
  • συνοδός φλέβα του υπογλωσσίου νεύρου
  • με είκοσι έναν χαιρετιστήριους κανονιοβολισμούς
  • με τη συνοδεία [+Γεν.] · συνοδευόμενος από
  • με (τη) συνοδεία · συνοδευόμενος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accompaniment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη