Μετάφραση του "accompanied" σε Ελληνικά

Οι με (τη) συνοδεία, συνοδευόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accompanied" σε Ελληνικά.

accompanied adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of accompany. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • με (τη) συνοδεία

  • συνοδευόμενος

    A high fever then appears accompanied by general symptoms and, often, by diarrhoea.

    Στη συνέχεια εμφανίζεται υψηλός πυρετός συνοδευόμενος από γενικά συμπτώματα και, συχνά, από διάρροια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accompanied " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "accompanied" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνοδευτικός · συνοδός, -ή, -ό
  • έρχομαι μαζί · ακολουθώ · ακομπανιάρω · συνοδεύω · συνταξιδεύω · συντροφεύω
  • συνοδεύω κτ με κτ
  • συνοδεύω
  • συνοδός φλέβα του υπογλωσσίου νεύρου
  • με είκοσι έναν χαιρετιστήριους κανονιοβολισμούς
  • ακολουθία · ακομπανιάρισμα · ακομπανιαμέντο · συνοδεία
  • με τη συνοδεία [+Γεν.] · συνοδευόμενος από
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accompanied" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη