Μετάφραση του "accost" σε Ελληνικά
Οι ψωνίζομαι, πιάνω κουβέντα, πλησιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accost" σε Ελληνικά.
accost
verb
noun
γραμματική
(transitive) To approach and speak to boldly or aggressively, as with a demand or request. [..]
-
ψωνίζομαι
verb -
πιάνω κουβέντα
-
πλησιάζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απευθύνομαι
- αποτείνομαι
- διπλαρώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " accost " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "accost"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη