Μετάφραση του "accumulate" σε Ελληνικά

Οι συσσωρεύω, συσσώρευση, συγκεντρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accumulate" σε Ελληνικά.

accumulate adjective verb γραμματική

(transitive) To heap up in a mass; to pile up; to collect or bring together; to amass. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συσσωρεύω

    verb

    The buoyant particles accumulate at the water surface and are collected with skimmers.

    Τα επιπλέοντα σωματίδια συσσωρεύονται στην επιφάνεια του νερού και συλλέγονται με ξαφριστές.

  • συσσώρευση

    noun

    Redistribution, accumulation or loss of body fat may occur in patients receiving combination antiretroviral therapy

    Ανακατανομή, συσσώρευση, ή απώλεια του λίπους του σώματος μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία

  • συγκεντρώνω

    verb

    After he's passed on all the intel he's managed to accumulate.

    Αφού προώθησε όλες τις πληροφορίες που κατόρθωσε να συγκεντρώσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συναθροίζω
    • αυξάνομαι
    • επισσωρεύομαι
    • συμμαζεύω
    • συσσωρεύομαι
    • συγκλίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accumulate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Accumulate
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συσσωρεύω

    White blood cells accumulate, clog up the lungs, lead to heart problems.

    Συσσωρεύονται λευκά αιμοσφαίρια, βουλώνουν τους πνεύμονες προκαλούν καρδιακά προβλήματα.

Φράσεις παρόμοιες με "accumulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accumulate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη