Μετάφραση του "accumulation" σε Ελληνικά
Οι συσσώρευση, συγκέντρωση, επισώρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accumulation" σε Ελληνικά.
The act of accumulating, the state of being accumulated, or that which is accumulated [..]
-
συσσώρευση
noun feminineRedistribution, accumulation or loss of body fat may occur in patients receiving combination antiretroviral therapy
Ανακατανομή, συσσώρευση, ή απώλεια του λίπους του σώματος μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία
-
συγκέντρωση
noun feminineEarlier implementation would also alleviate the potential funding pressures on the Fund while it accumulates financial resources.
Η έγκαιρη εφαρμογή, επίσης, θα ελάφρυνε τις πιθανές πιέσεις στο Ταμείο για χρηματοδότηση κατά τη συγκέντρωση χρηματοπιστωτικών πόρων.
-
επισώρευση
noun feminine -
αποταμίευμα
Noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " accumulation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "accumulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγκεντρώνω
-
συσσώρευση
-
αποθησαυριστής · αποταμιευτής · ηλεκτρικός συσσωρευτής · μπαταρία · συσσωρευτής
-
Δίοδος συσωρευμένων οπών
-
αυξάνομαι · επισσωρεύομαι · συγκεντρώνω · συγκλίνω · συμμαζεύω · συναθροίζω · συσσωρεύομαι · συσσωρεύω · συσσώρευση
-
συσσώρευση ρύπων · σώρευση ρύπων
-
Δίοδος συσωρευμένων οπών
-
όριο