Μετάφραση του "actuation" σε Ελληνικά
Οι ενεργοποίηση, κίνηση, ώθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "actuation" σε Ελληνικά.
actuation
noun
γραμματική
The act of putting into motion. [..]
-
ενεργοποίηση
nounThe driver shall be able to inhibit the automatic closing process by actuation of a special control.
Ο οδηγός πρέπει να είναι σε θέση να διακόπτει την αυτόματη διαδικασία κλεισίματος με ενεργοποίηση ειδικού χειριστηρίου.
-
κίνηση
noun feminine -
ώθηση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " actuation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "actuation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εφετικός
-
μηχανισμός Κίνησης
-
To activate, or to put into motion; to animate. · βάζω · εμψυχώνω · ενεργοποιώ · παρακινώ · ωθώ
-
ενεργοποιητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη