Μετάφραση του "acuity" σε Ελληνικά

Οι οξυδέρκεια, οξύτητα, Sharpness or keenness of thought, vision, or hearing ... οξυνοια, οξυτητα, οξυδερκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acuity" σε Ελληνικά.

acuity noun γραμματική

Sharpness or acuteness, as of a needle, wit, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξυδέρκεια

    noun feminine

    sharpness or acuteness

    building it requires precise balance and spatial acuity.

    Απαιτεί ισορροπία και οξυδέρκεια.

  • οξύτητα

    The resolution of the human eye is indicated as ‘visual acuity’.

    Η διακριτική ικανότητα του ανθρώπινου οφθαλμού ονομάζεται «οπτική οξύτητα».

  • Sharpness or keenness of thought, vision, or hearing ... οξυνοια, οξυτητα, οξυδερκεια

  • οξύνοια

    Steroids to improve physical performance, ephedrine to sharpen mental acuity, and mood-altering drugs to dampen fear.

    Τα στεροειδή βελτιώνουν τη φυσική απόδοση, η εφεδρίνη εντείνει την οξύνοια, και αγχολυτικές ουσίες, για να αμβλύνουν τον πόνο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acuity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "acuity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acuity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη