Μετάφραση του "adaptable" σε Ελληνικά

Οι ευπροσάρμοστος, ευέλικτος, προσαρμόσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adaptable" σε Ελληνικά.

adaptable adjective γραμματική

Capable of adapting or of being adapted. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευπροσάρμοστος

    adjective masculine

    capable of adapting or of being adapted

    You should applaud your father for being adaptable.

    Πρέπει να χειροκροτείς τον πατέρα σου που είναι ευπροσάρμοστος.

  • ευέλικτος

  • προσαρμόσιμος

    Adjective

    But humans are amazingly smart and incredibly adaptable.

    Αλλά ο άνθρωπος είναι απίστευτα έξυπνος και προσαρμόσιμος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολύπλευρος
    • προσαρμοζόμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adaptable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adaptable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adaptable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη