Μετάφραση του "addicted" σε Ελληνικά
Οι εθισμένος, εξαρτημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "addicted" σε Ελληνικά.
addicted
adjective
verb
γραμματική
Being physically or psychologically dependent on something. [..]
-
εθισμένος
adjective masculinebeing dependent on something
I've been an adventure addict my whole life.
Όλη μου τη ζωή είμαι εθισμένος στην περιπέτεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " addicted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Addicted
-
εξαρτημένος
adjectiveHe was an addict, but he was kind of a functioning addict.
Ήταν ένας εξαρτημένος, αλλά ήταν το είδος του λειτουργικά εξαρτημένου.
Φράσεις παρόμοιες με "addicted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τζάνκι
-
τηλεορασάκιας
-
ηρωινομανής
-
εθιστικός · εξαρτησιογόνος
-
εθισμός · εξάρτηση
-
ναρκομανής · τοξικομανής
-
Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας
-
εθίζω · εθισμένος · εξαρτημένος · ναρκομανής · πρεζόνι · τοξικομανής · χρήστης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη