Μετάφραση του "adding" σε Ελληνικά
Το άθροιση είναι η μετάφραση του "adding" σε Ελληνικά.
adding
verb
Present participle of add. [..]
-
άθροιση
nounThis statistic is obtained by adding the kilometres travelled by each paying passenger.
Ο στατιστικός αυτός δείκτης υπολογίζεται με άθροιση των διανυθέντων επιβατοχιλιομέτρων ανά επιβάτη που κατέβαλε ναύλο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "adding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μικρές αγγελίες
-
αναλόγως της αξίας
-
απροσχεδίαστος · αυτοσχέδιος · αυτοσχεδιάζω · πρόχειρος · πρώτος
-
διαφημιστικός χώρος
-
αυτοσχεδιάζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη