Μετάφραση του "adipose" σε Ελληνικά
Οι λιπώδης, παχύς, λιπαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adipose" σε Ελληνικά.
adipose
adjective
noun
γραμματική
of, related to, or composed of fat; fatty [..]
-
λιπώδης
adjective masculine, femininecontaining, composed of, or consisting of fat
There was no evidence of anything administered in the adipose and surrounding tissue.
Δεν υπήρχαν στοιχεία στο λιπώδη και τον περιβάλλοντα ιστό ότι της έδωσε κάτι.
-
παχύς
adjective masculine -
λιπαρός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adipose " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "adipose" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
brown fat adipose tissue
-
Λιπώδης ιστός · λίπος · λιπώδης ιστός
-
παχυσαρκία
-
λιπώδες κύτταρο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη