Μετάφραση του "adulterant" σε Ελληνικά
Οι νοθευτικό, νοθευτικός, νόθευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adulterant" σε Ελληνικά.
adulterant
noun
adjective
γραμματική
That which adulterates; or reduces the purity of. [..]
-
νοθευτικό
-
νοθευτικός
-
νόθευμα
There are no adulterants, no alkaloids, no dilutents
Δεν υπάρχει νόθευμα, αλκάλια, ούτε διαλυτικά
-
οτιδήποτε χρησιμοποιείται για νοθεία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adulterant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "adulterant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλλοίωση · νοθεία · νόθευση
-
μοιχευτικός · μοιχός · παράνομος
-
αλλοιώνω · κίβδηλος · νοθευμένος · νοθεύω · νόθος
-
νοθεύω
-
μοιχαλίδα · μοιχός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη