Μετάφραση του "advantageous" σε Ελληνικά

Οι πλεονεκτικός, ωφέλιμος, επωφελής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "advantageous" σε Ελληνικά.

advantageous adjective γραμματική

Being of advantage; conferring advantage; gainful; profitable; useful; beneficial; as, an advantageous position. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλεονεκτικός

    adjective

    being of advantage

    This rate shall be low enough to make the use of a screening tool advantageous.

    Αυτό το ποσοστό πρέπει να είναι αρκετά χαμηλό για να θεωρείται πλεονεκτική η χρήση της μεθόδου διαλογής.

  • ωφέλιμος

    adjective
  • επωφελής

    I'm well aware what an advantageous alliance it would be for you and for the family.

    Γνωρίζω καλά πόσο επωφελής συμμαχία θα ήταν για σένα και για την οικογένεια.

  • συμφέρων

    adjective

    The reason mentioned in the letter was that the proposed arrangement was ‘not advantageous’ for the State.

    Ως λόγος στην επιστολή αναφερόταν ότι ο προταθείς πτωχευτικός συμβιβασμός «δεν ήταν προς το συμφέρον» του κράτους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " advantageous " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "advantageous" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Θερμικά προηγμένο σασί
  • ηθική ανωτερότητα · ηθικό πλεονέκτημα
  • εκμεταλλεύομαι στο έπακρο
  • κρυφό πλεονέκτημα
  • μείωση φόρου
  • αβάντα · αβαντάζ · κέρδος · πλειονέκτημα · πλεονέκτημα · προσόν, συμφέρον, οφελός · προτέρημα · συν · υπεροχή · ωφέλημα · όφελος
  • Πλεονέκτημα
  • αβαντάζ έδρας · πλεονέκτημα έδρας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "advantageous" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη