Μετάφραση του "adverbial" σε Ελληνικά

Οι επιρρηματικός, προσδιορισμός, επιρρηματικός προσδιορισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adverbial" σε Ελληνικά.

adverbial adjective noun γραμματική

(grammar) of or relating to an adverb [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιρρηματικός

    adjective masculine

    of or relating to an adverb

  • προσδιορισμός

    masculine
  • επιρρηματικός προσδιορισμός

    noun Γραμμ.

    που αναφέρεται στο επίρρημα και ιδίως έχει τα χαρακτηριστικά του ή χρησιμοποιείται όπως αυτό: ~ προσδιορισμός. Επιρρηματική πρόταση / μετοχή. Επιρρηματική χρήση των ουσιαστικών. Επιρρηματική έκφραση, που δηλώνει ό,τι και ένα επίρρημα [ΛΚΝ]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adverbial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adverbial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adverbial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη