Μετάφραση του "aggrandize" σε Ελληνικά
Οι μεγαλώνω, αυξάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aggrandize" σε Ελληνικά.
aggrandize
verb
γραμματική
(transitive) To make great; to enlarge; to increase; as, [..]
-
μεγαλώνω
verb -
αυξάνω
verbLeaders and teachers are called to follow the Savior’s example and serve with love, not to aggrandize themselves.
Ηγέτες και διδάσκαλοι καλούνται να ακολουθήσουν το παράδειγμα τού Σωτήρος και να υπηρετούν με αγάπη, όχι να αυξάνουν το κύρος τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aggrandize " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη