Μετάφραση του "agonising" σε Ελληνικά

Το αγωνιώδης είναι η μετάφραση του "agonising" σε Ελληνικά.

agonising noun adjective verb γραμματική

Present participle of agonise. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωνιώδης

    adjective

    'Two agonising hours later, we reached it.'

    Δύο αγωνιώδης ώρες μετά, είχαμε φτάσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " agonising " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "agonising" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "agonising" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη