Μετάφραση του "agonize" σε Ελληνικά
Οι βασανίζω, αγωνιώ, ψυχομαχώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "agonize" σε Ελληνικά.
agonize
verb
γραμματική
(intransitive) To writhe with agony; to suffer violent anguish. [..]
-
βασανίζω
verbI mean, my mom has been agonizing over this whole situation for months.
Η μητέρα μου βασανίζεται με αυτή τη κατάσταση όλους αυτούς τους μήνες.
-
αγωνιώ
verb -
ψυχομαχώ
verb -
αγωνίζομαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " agonize " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "agonize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βασανίζομαι
-
αγωνιώδης · επώδυνος · οδυνηρός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη