Μετάφραση του "ail" σε Ελληνικά
Οι πάσχω, δέχομαι, ενοχλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ail" σε Ελληνικά.
ail
adjective
verb
noun
γραμματική
An ailment; trouble; illness. [..]
-
πάσχω
verbUsually people can't talk enough about what's ailing them.
Ο κόσμος συνήθως δεν μπορεί να μιλήσει γι αυτό από το οποίο πάσχει.
-
δέχομαι
verb -
ενοχλώ
verb -
πονώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ail " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ail" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδιάθετος · ασθενής · πάσχων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη