Μετάφραση του "aim" σε Ελληνικά

Οι σκοπός, στόχος, στοχεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aim" σε Ελληνικά.

aim verb noun γραμματική

The pointing of a weapon, as a gun, a dart, or an arrow, or object, in the line of direction with the object intended to be struck; the line of fire; the direction of anything, as a spear, a blow, a discourse, a remark, towards a particular point or object, with a view to strike or affect it. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκοπός

    noun masculine

    Intention; purpose [..]

    It denies that the aim of the provision could be achieved in a less restrictive manner.

    Αμφισβητεί ότι ο σκοπός της διατάξεως μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικό τρόπο.

  • στόχος

    noun masculine

    Intention; purpose [..]

    Any intervention in relation to a public service obligation should remain proportionate to the aim pursued.

    Οποιαδήποτε παρέμβαση για υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας θα πρέπει να παραμένει ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο.

  • στοχεύω

    verb

    Now I'm aiming for the central thalamus, or more specifically, the intralaminar nuclei.

    Τώρα στοχεύω τον κεντρικό θάλαμο, και πιο συγκεκριμένα, τον πυρήνα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σημάδι
    • σημαδεύω
    • σκόπευση
    • σκοπεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Aim

Aim (demon)

+ Προσθήκη

"Aim" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Aim στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

AIM abbreviation γραμματική

Initialism of [i]Asteroid Impact Mission[/i]. [..]

+ Προσθήκη

"AIM" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το AIM στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "aim"

Φράσεις παρόμοιες με "aim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επί σκοπόν!
  • Προηγμένη πληροφορική στην ιατρική
  • βάζω στο στόχαστρο · βάζω στόχο
  • αποβλέποντας
  • έχω (ως) στόχο να · αποσκοπώ σε · βάζω στόχο να · επιδιώκω να · κατατείνω σε · σκοπεύω να · στοχεύω σε, να
  • αποβλέπω σε · αποσκοπώ σε · βάζω στόχο · επιδιώκω
  • σημαδεύω · σκοπεύω · στρέφω
  • σκοπεύω · στοχεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη