Μετάφραση του "aim to" σε Ελληνικά
Οι έχω (ως) στόχο να, αποσκοπώ σε, βάζω στόχο να είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aim to" σε Ελληνικά.
aim to
verb
γραμματική
Used other than as an idiom: [i]see aim, to.[/i] [..]
-
έχω (ως) στόχο να
-
αποσκοπώ σε
-
βάζω στόχο να
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επιδιώκω να
- κατατείνω σε
- σκοπεύω να
- στοχεύω σε, να
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aim to " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aim to" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκοπεύω · στοχεύω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη