Μετάφραση του "to aim" σε Ελληνικά
Οι σκοπεύω, στοχεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "to aim" σε Ελληνικά.
to aim
-
σκοπεύω
verbI don't know any other way to aim.
Δεν ξέρω να σκοπεύω αλλιώς.
-
στοχεύω
verbI want to aim high, but I'm just nervous about taking your money again.
Θέλω να στοχεύω ψηλά, αλλά είμαι νευρικός που θα πάρω πάλι τα λεφτά σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " to aim " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "to aim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έχω (ως) στόχο να · αποσκοπώ σε · βάζω στόχο να · επιδιώκω να · κατατείνω σε · σκοπεύω να · στοχεύω σε, να
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη