Μετάφραση του "aimlessly" σε Ελληνικά

Οι άσκοπα, τήδε κακείσε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aimlessly" σε Ελληνικά.

aimlessly adverb γραμματική

Without an aim, purpose or direction; in an aimless manner. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άσκοπα

    We'll just wander around austin aimlessly till we see some suicide bombers.

    Θα περιπλανιόμαστε άσκοπα στο Ώστιν, μέχρι να δούμε τους βομβιστές αυτοκτονίας.

  • τήδε κακείσε

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aimlessly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aimlessly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aimlessly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη