Μετάφραση του "aimless" σε Ελληνικά

Το άσκοπος είναι η μετάφραση του "aimless" σε Ελληνικά.

aimless adjective γραμματική

Without aim, purpose, or direction. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άσκοπος

    adjective masculine

    Nobody told me about this aimless walking.

    Κανείς δεν μου είπε για αυτό το άσκοπος με τα πόδια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aimless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aimless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη