Μετάφραση του "allergen" σε Ελληνικά
Το αλλεργιογόνο είναι η μετάφραση του "allergen" σε Ελληνικά.
allergen
noun
γραμματική
(medicine) A substance which causes an allergic reaction. [..]
-
αλλεργιογόνο
noun neuterAny antigen, such as pollen, a drug, or food, that induces an allergic state in humans or animals.(Source: MGH)
There exist experimental methods to analyse new proteins for their allergenic potential.
Υπάρχουν πειραματικές μέθοδοι ανάλυσης των νέων πρωτεϊνών όσον αφορά την αλλεργιογόνο ικανότητά τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " allergen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη