Μετάφραση του "amendment" σε Ελληνικά

Οι τροπολογία, τροποποίηση, αναθεώρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amendment" σε Ελληνικά.

amendment noun γραμματική

An alteration or change for the better; correction of a fault or of faults; reformation of life by quitting vices. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τροπολογία

    noun feminine

    correction or addition to a law [..]

    However, as the large number of tabled amendments shows, a good deal of uncertainty remained.

    Ωστόσο, όπως δείχνει και ο υψηλός αριθμός των τροπολογιών που κατατέθηκαν, απέμενε ακόμη να αρθούν πολλές αβεβαιότητες.

  • τροποποίηση

    noun feminine

    correction or addition to a law

    A request to begin negotiations to amend the Agreement shall be notified to the Joint Committee.

    Τα αιτήματα έναρξης διαπραγματεύσεων για την τροποποίηση της συμφωνίας κοινοποιούνται στη μεικτή επιτροπή.

  • αναθεώρηση

    Noun feminine

    addition to and/or alteration to the Constitution

    The Commission has also considered the current improvements projects that propose to amend many existing standards.

    Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τα σχέδια που έχουν αναληφθεί για την αναθεώρηση πολλών υφιστάμενων προτύπων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διόρθωση
    • βελτίωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amendment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Amendment
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τροποποίηση, τροπολογία

Φράσεις παρόμοιες με "amendment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amendment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη